Αριθμός 835/1993
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ` Πολ. Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές, Ευάγγελο Ρίκο, Αντιπρόεδρο, Θεόδωρο
Τόλια, Νικόλαο Παραθύρα, Εμμανουήλ Χαριτάκη και Κωνσταντίνο Ανδρουτσόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Καταστήματα του στις 14 Μαϊου 1993,
με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Σπυρόπουλου (ο Εισαγγελέας είχε κώλυμα να μετάσχει) και του Γραμματέα
Γεωργίου Καραμπουρνιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Γ.Κ. Φ……………………………. .
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α.Α.Κ. 2) Φ.Α.Κ. .3)Γ.Φ.Κ. ……………
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Ιουλίου 1991 αγωγή που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 749/1992 του ίδιου Δικαστηρίου και 6814/1992 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η εναγόμενη με την από 21 Ιουλίου 1992 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Χαριτάκης ανέγνωσε την έκθεση του, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Ο Εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.1219 της 2/8-10-81 “περίληψεως μέτρων προς αποκατασταση της λειτουργίας των επιχειρήσεων υπό την επωνυμία “ΜΙΝΙΟΝ Ανώνυμος Εμπορικής και βιομηχανικής εταιρεία” και “ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ ΣΠΟΡ Ανώνυμος εμπορική εταιρεία” κατόπιν της κατά την 19/12/1981 καταστροφής των εκ πυρκαϊάς και άλλων διατάξεων” ορίζεται ότι “Αι επιχειρήσεις αι λειτουργούσαι (δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως) εις τα εν Αθήναις εμπορικά καταστήματα καταστραφέντα εκ πυρκαϊάς κατά την 19ην Δεκεμβρίου 1980, υπό την επωνυμίαν “ΜΙΝΙΟΝ Ανώνυμος Εμπορικής και Βιομηχανική εταιρεία” και “ΚΑΤΡΑΝΙΖΟΣ ΣΠΟΡ Ανώνυμος εμπορική εταιρεία”, δικαιούνται ναν αναλάβουν δαπάναις των την επισκευήν η ανοικοδόμησιν των αντιστοίχων ακινήτων υπό τους όρους δομήσεως, οι οποίοι ίσχυον κατά τον χρόνον εκδόσεως των αδειών ανεγέρσεως των κτιρίων. Κατά την επισκευήν η ανοικοδόμησιν δύνανται να γίνουν και παντός είδους διαρρυθμίσεις των υπό της επιχειρήσεως χρησιμοποιηθησομένων χώρων δια λειτουργικούς λόγους και λόγους ασφαλείας, εφόσον τούτο έχει επιτραπεί υπό των εκμισθωτών δια των κατ` ιδίαν συμβάσεων μισθώσεως και υπό τους όρους τούτων. Η επισκευή η ανοικοδόμησις δύναται να γένει, εφόσον αι κατά την προηγουμένην παράγραφον επιχειρήσεις γνωστοποιήσουν δι` εγγράφου δηλώσεως την περί αναλήψεως της επισκευής αποφάσιν των εις τους εκμισθωτάς η υπεκμισθωτάς του ακινήτου, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της δημοσιεύσεως του παρόντος. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον επιχειρήσεις, αναλαμβάνουσαι την κατά την παράγρ. 2 του παρόντος επισκευήν η ανοικοδόμησιν, δικαιούνται όπως παραμείνουν εις τα μίσθια δια χρονικόν διάστημα είκοσιν ετών από της καταστροφής, επιφυλασσομένης της ισχύος τυχόν υφισταμένων συμβάσεων, δια των οποίωναα προβλέπεται μεγαλύτερος χρόνος παραμονής εις το μίσθιον παρατεινομένης δι` ίσον χρόνον και της υπέρ των υπεκμισθωτών υφισταμένης μισθώσεως. Κατά την διάρκειαν της εικοσαετίας δεν επιτρέπεται η καταγγελία των κατά τα άνω μισθώσεων η υπομισθώσεων λόγω ιδιοχρήσεως η ανοικοδομήσεως”. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.6 του αυτού νόμου ορίζεται ότι “ο παρών νόμος εφαρμόζεται αναλόγως εφόσον συντρέχουν αι αυταί προϋποθέσεις και επί των καταστημάτων ATHΕNEE – ΑΦΟΙ ΤΣΙΤΣΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ, ΑΦΟΙ ΚΛΑΟΥΔΑΤΟΥ ΑΕ, ΑΦΟΙ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕ και ΔΡΑΓΩΝΑΣ ΑΕ, υποστάντων καταστροφάς εκ πυρκαϊών της 3/6/81 και 7/7/81, ως και επί πάσης άλλης επιχειρήσεως, της οποίας τα καταστήματα καταστράφησαν εκ πυρκαϊάς κατά το χρονικόν διάστημα από 19/12/1980 μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος”.
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι εφόσον το μίσθιο καταστράφηκε από πυρκαϊά που έλαβε χώρα από 19/12/1981 μέχρι και την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου (8-10-1981) και ο μισθωτής ανέλαβε να επισκευάσει η να ανοικοδομήσει τούτο, με έγγραφη δήλωση του προς τον εκμισθωτή δύο μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, δικαιούται να παραμείνει σ` αυτό (μίσθιο) για χρονικό διάστημα είκοσι ετών από τη καταστροφή, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν επιτρέπεται καταγγελία για ιδιόχρηση. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω, ότι εκτός από τις πάνω θετικές προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εφαρμογή αυτων πρέπει συγχρόνως να συντρέχει και η αρνητική προϋπόθεση, να μη μισθίου, σε υπαιτιότητα (δόλο η αμέλεια) του μισθωτή, γιατί σε μία τέτοια περίπτωση η αποκατάσταση της προηγουμένης καταστάσεως του μισθίου με καταβολή της ανάλογης αποζημιώσεως, είναι υποχρέωση του υπαίτιου μισθωτή (άρθρο 914 ΑΚ). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση του, το εφετείο δέχθηκε, ότι δεν συντρέχει η τελευταία ως άνω αρνητική προϋπόθεση, αφού η πυρκαϊά, που έλαβε χώρα στις 25/5/1981, εκ της αποτελεί καταστράφθηκε το όλο οικοδόμημα, τμήμα του οποίου αποτελεί και το επίδικο μίσθιο κατάστημα, οφειλόταν σε αμέλεια της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας μισθώτριας και των απ` αυτή προστηθέντων προσώπων, πράγμα, όπως δέχεται το Εφετείο, που ανεγνώρισε και η ίδια αναιρεσείουσα μισθώτρια, αφού δέχθηκε να καταβάλει στον τότε εκμισθωτή ………………, ως αποζημίωση το ποσό των 2.600.000 δραχμών προς συμβιβαστική επίλυση της περί αποζημιώσεως διαφοράς. Το εφετείο δέχεται στη συνέχεια ότι πέραν από το ποσό αυτό της αποζημιώσεως, η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε τίποτα άλλο και κατόπιν τούτου απέρριψε τον ισχυρισμό της, ότι ανοικοδόμησε το μίσθιο κατάστημα με δαπάνες της, ως αναπόδεικτο. Με βάση τα περιστατικά αυτά το εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων του ρηθέντος Ν.1219/1981, για τη γένεση του δικαιώματος παραμονής στο μίσθιο της αναιρεσείουσας επί μία εικοσαετία. Ετσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο στη συνέχεια, μετ` επικύρωση της πρωτόδικης, την ένδικη από 2/7/1991 αγωγή των αναιρεσιβλητών – εκμισθωτών, που διώκει την απόδοση του μισθίου καταστήματος, λόγω ιδιοχρήσεως, μετά τη πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου διαρκείας αυτής (οκταετίας) από της νέας καταρτίσεως της μισθωτικής συμβάσεως, που έλαβε χώρα στις 11/6/1983, δεν παρεβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται, ότι το εφετείο προς μόρφωση της κρίσεως του περί της ουσίας συνεξετίμησε, πλην άλλων, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή βεβαίωση, όσον και από τις περί την απόδειξη αιτιολογίες της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι ελήφθη υπόψη και το έγγραφο το οποίο φέρεται (ότι ελήφθη υπόψη και το έγγραφο το οποίο φέρεται) γράφονται λέξεις ότι παραλείφθηκε, κατά το δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πιο πάνω, από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως και πρέπει ν` απορριφθεί. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε ότι η επίδικη μίσθωση συνήφθη στις 11/6/1983 μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ……….., εκμισθωτή και της εναγομένης και τώρα αναιρεσείουσας μισθώτριας προσωπικώς, για να το χρησιμοποιήσει αυτή (εναγομένη) ως εστιατόριο, οβελισιτήριο και ταβέρνα και απέρριψε κατόπιν τούτου την ένσταση αυτή περί ελλείψεως παθητικής νομομοποιήσεως ως αβάσιμη στην ουσία. Ετσι που έκρινε το εφετείο περιέλαβε στη προσβαλλομένη απόφαση του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, γι` αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο περαιτέρω αποδίδεται στη προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, πρέπει ν` απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως τι ακριβώς πρότεινε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ενστασεώς της αυτής και τι σχετικώς δέχθηκε το εφετείο. Ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, για ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως των αναιρεσιβλήτων – εφεσιβλήτων προς συζήτηση των προσθέτων λόγων εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, για μόνο το λόγο, ότι η επίδοση αυτή έγινε την 7,50 εσπερινή ώρα της 5/5/1992, πρέπει ν` απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον στη συνέχεια στο ίδιο λόγο αναιρέσεως γίνεται μνεία, ότι ο δικαστικός επιμελητής που προέβη στην επίδοση υπέμνησε στον προς στον προς ον η επίδοση “το περασμένο της ώρας και αυτός (προς ον η επίδοση) συνήνεσε στη παραλαβή του δικογράφου”, οπότε η δήλωση αυτή και η συναίνεση αυτή, η οποία κατά τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αναγράφεται στην υπ` αριθ. 4857β/5-5-1992 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Λ Σ, δεν δημιουργεί καμιά ακυρότητα της εν λόγω επιδόσεως, ούτε από το άρθρο 125 ΚΠολΔ, κατά τη σαφή έννοια του οποίου, η υπό του διαδίκου η υπό του συνοίκου αυτού παραλαβή του δικογράφου άνευ αντιρρήσεως σε εξαιρετέα ημέρα η κατά τη διάρκεια της νύκτας είναι έγκυρη. Ο ίδιος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του, με το οποίο η πιο πάνω δήλωση και συναίνεση του προς τον η επίδοση είναι πλαστή, πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί προσβάλλει τη περί του αντιθέτου ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγόμενη κρίση του εφετείου ότι δεν γεννώνται σοβαροί λόγοι πλαστογραφίας κατά ορισμένου προσώπου, όπως από τη προσβαλλομένη απόφαση του προκύπτει.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 21/7/1992 αίτηση και τον από 23/11/92 πρόσθετο λόγο αυτής της Γεωργίας Φιωτάκη, για αναίρεση της υπ` αριθ.6814/1992 αποφάσεως του εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (που κατέθεσαν προτάσεις), την οποία ορίζει σε δραχμές εκατόν εξήντα χιλιάδες (160.000).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 1993 και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουλίου 1993.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ΕΠΙΔΟΣΗ ΕΓΓΡΑΦΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 7Η ΒΡΑΔΥΝΗ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΕΞΑΙΡΕΤΕΑ ΗΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΕΓΚΥΡΗ ΕΦΟΣΟΝ….
