Αριθμός 58/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) ..του .., 2)…, το γένος …, κατοίκων …, οι οποίες παραστάθηκαν η μεν πρώτη μετά η δε δεύτερη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ευθυμίου Αναγνώστου και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1).., το γένος.., κατοίκου …, 2) .. συζύγου…, το γένος.., κατοίκου …, 3) .. συζύγου…, το γένος…, κατοίκου …, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2010 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης …, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17856/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2015 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11/3/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύτηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τις αναιρεσείουσες υπ` αριθμ. …./9-8-2016, …./10-8-2016 και …./18-8-2016 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών .., του Πρωτοδικείου Ξάνθης οι δύο πρώτες και …, της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ροδόπης η Τρίτη, αυτές (αναιρεσείουσες) που επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής τους για αναίρεση της 2184/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες ακριβές αντίγραφό του από 11-3-2016 δικογράφου της με πράξη κατάθεσής του στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό Πινακίου 35, την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο 6-3-2017, κατά την οποία αυτές (αναιρεσίβλητες) κλήθηκαν να παραστούν (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1α, 230 παρ. 2, 498, 568 ΚΠολΔ). Οι τελευταίες (αναιρεσίβλητες) όμως δεν παρέστησαν κατά την ως άνω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως στη σειρά της από το Πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του, γι` αυτό πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ2 ΚΠολΔ). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 2184/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ` ουσία την από 31-10-2013 έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 17856/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, δεχόμενο εν μέρει την από 16-9-2010 αγωγή της αρχικώς ενάγουσας δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων …, υποχρέωσε τις εναγόμενες αναιρεσείουσες, σε ολόκληρο την καθεμία, να καταβάλλουν σε καθεμία από τις συνεχίζουσες τη δίκη κληρονόμους της αναιρεσίβλητες το ποσό των 20.343,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, προς αποκατάσταση της ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη η δικαιοπάροχος αυτών αρχικώς ενάγουσα από την περιγραφόμενη παράνομη και υπαίτια κοινή συμπεριφορά τους σε βάρος της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ. 1 εδ. α` και 633 Κ.Πολ.Δικ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, ορίζουν ότι: Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό (631). Ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή, η οποία απευθύνεται στο καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο (632 παρ 1 εδ.α`). Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή πληρωμής, διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή πληρωμής (633 παρ. 1). Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι τη διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία δέκα εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση.
Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται η αναστολή εκτελέσεως που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου. Αν περάσει άπρακτη και η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατόν να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (633 παρ.2). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: Το κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 633 ΚΠολΔικ δικαίωμα του δανειστή στον εξοπλισμό του υπέρ αυτού εκδοθέντος εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής με δύναμη δεδικασμένου υπάρχει, όχι μόνο αν η κατά το άρθρο 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ανακοπή δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα, δηλαδή μέσα στη δεκαπενθήμερη προθεσμία από την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής, αλλά, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και όταν η ως άνω εμπροθέσμως ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί για λόγους τυπικούς, αφού στην περίπτωση αυτή η απορριφθείσα ανακοπή θεωρείται ότι δεν έχει ασκηθεί, ενόψει του ότι με την απόρριψή της για τέτοιους λόγους δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της παραγράφου 1 του άρθρου 633 Κ.Πολ.Δικ., δηλαδή είτε η τελεσίδικη ακύρωση της διαταγής πληρωμής είτε η τελεσίδικη επικύρωση της, και η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου. Ειδικότερα, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου αν η κατ` αυτής ανακοπή του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ απορριφθεί ως εκπρόθεσμη ή για τυπικούς λόγους. Το δεδικασμένο μιας τέτοιας απορριπτικής απόφασης εκτείνεται μόνο στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε (Ολ. ΟΠ. 8/2017, ΑΠ 3/2000). Αντίθετα, από τη διαταγή πληρωμής παράγεται δεδικασμένο για την ύπαρξη και την έκταση της απαίτησης στις εξής περιπτώσεις: α) Αν ο καθού εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ασκήσει ανακοπή εμπρόθεσμα ήτοι εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από τότε που εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής (άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ), και η ανακοπή του απορριφθεί τελεσιδίκως κατ` ουσία (ΑΠ 870/2004). Νέα επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται στην περίπτωση αυτή, αφού κάθε αντίθετη εκδοχή θα προσέκρουε στο σκοπό των διατάξεων του νόμου και θα δημιουργούσε ανασφάλεια δικαίου, θα κατέληγε δε σε αδικαιολόγητη παρέλκυση της εκκρεμότητας. β) Αν μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 632 παρ1 ΚΠολΔ ή την απόρριψη ως απαράδεκτης της ανακοπής που ασκήθηκε μετά την πρώτη επίδοση, γίνει δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής και δεν ασκηθεί ανακοπή μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες άρθρο 633 παρ2 εδ. α` ΚΠολΔ) ή ασκηθεί μεν ανακοπή, απορριφθεί όμως τελεσιδίκως για οποιοδήποτε λόγο, ακόμη και ως απαράδεκτη. Τυχόν δε αποδοχή της αντίθετης άποψης θα καθιστούσε κενή περιεχομένου τη διάταξη του άρθρου 633 παρ 2 εδ. γ` ΚΠολΔ, κατά την οποία στην περίπτωση αυτή η διαταγή πληρωμής αποκτά “δύναμη δεδικασμένου” (ΑΠ 1538/2005). Εξάλλου, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των αριθμών 321, 322, 324, 325, 330 και 331 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει, εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες. Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη κατ` ουσία απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ η σε περίπτωση μη ασκήσεως της ανακοπής αυτής, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2003). Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει κατά τα αποτελέσματά της με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι ο οφειλέτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της βεβαιούμενης με αυτή απαίτησης, ούτε να προτείνει αρνητικούς ισχυρισμούς ή ενστάσεις κατ`αυτής, ακόμη και με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αφού έκτοτε αποτελεί, κατά ρητή διάταξη του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. γ` του ΚΠολΔ, δεδικασμένο που, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 330 και 935 ιδίου κώδικα, καθιστά απαράδεκτη την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη, που αφορά το κύρος της εκτελέσεως, λόγων ανακοπής, οποίοι, αν και ήσαν γεννημένοι και μπορούσαν να προταθούν, δεν προτάθηκαν με μία από τις πιο πάνω ανακοπές κατά της διαταγής πληρωμής (Ολ.ΑΠ 30/1987). Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια αυτών που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 53/2004).
Ενόψει των εκτεθέντων, η διαταγή πληρωμής, παρότι δεν είναι δικαστική απόφαση, στην περίπτωση του άρθρου 633 παρ. 2 εδ. γ` του ΚΠολΔ παράγει δεδικασμένο και συνεπώς ισχύουν επί αυτής οι διατάξεις των άρθρων 322 επ. του ΚΠολΔ, που προαναφέθηκαν, η δε έννοια, και η λειτουργία του δεδικασμένου τούτου, καθώς και τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά όριά του ταυτίζονται με την έννοια, τη λειτουργία και τα όρια του δεδικασμένου των δικαστικών αποφάσεων (Α.Π. 1443/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις, που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ` ουσία, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους και τη νομική τους θεμελίωση, δηλαδή είτε είναι ουσιαστικές (γνήσιες ή καταχρηστικές) είτε είναι δικονομικές. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν, αλλά απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτες) καλύπτονται από το δεδικασμένο: α) Όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο (οι δικονομικές), β) Όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, δυνάμενο σαν τέτοιο να αποτελέσει τη βάση ιδιαίτερης αγωγής, αλλά εμποδίζουν τη γένεσή του ασκηθέντος στη δίκη δικαιώματος ή καταργούν τούτο και επομένως χρησιμεύουν μόνο προς απόκρουσή του και γ) Όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγόμενου, δυνάμενου να ασκηθεί, όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και με αγωγή, με την οποία όμως ασκείται το ίδιο το δικαίωμα, που προσβάλλεται και με την ένσταση. Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε το επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και αδιαφόρως εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης ή στην έκταση της ευθύνης απ` αυτή. Η ένσταση, που δεν προτάθηκε, καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος το αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 856/2014).
Αντίθετα, κατά τη διάταξη του ανωτέρου άρθρου 330 εδάφ. β` του ΚΠολΔ, από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν ή προταθείσες απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, εξαιρούνται και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Στην εξαίρεση αυτή υπάγονται οι καλούμενες γνήσιες μη αυτοτελείς ή μη αυθύπαρκτες ενστάσεις, που στηρίζονται σε άλλο διαφορετικό δικαίωμα, για το οποίο μπορεί να ασκηθεί και καταψηφιστική ή διαπλαστική αγωγή. Στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση δεν είναι “αυθύπαρκτη”, αφού η ύπαρξή της εξαρτάται κατά το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που τη θεσπίζει, από την ύπαρξη κάποιου άλλου δικαιώματος, το χαρακτηριστικό της όμως είναι ότι το διαπλαστικό αυτό δικαίωμα μόνο κατ` ένσταση μπορεί να ασκηθεί, ενώ εκ παραλλήλου μπορεί να ασκηθεί με αγωγή και το δικαίωμα, στο οποίο θεμελιώνεται η ένσταση, η παραδοχή του οποίου δεν αναιρεί ή αντιφάσκει προς το δεδικασμένο της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης που επιδικάζει την παροχή και με το οποίο προφανώς αυτή είναι συμβατή (ΑΠ 2168/2014).
Ωστόσο, προκειμένου να διαπιστωθεί αν κάποια από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκε καλύπτεται από το δεδικασμένο, θα πρέπει να ερευνηθεί αν, σε περίπτωση παραδοχής της, θα οδηγούσε σε κατάλυση ή περιορισμό του δεδικασμένου, διότι δεν θα πρέπει το εν λόγω δικαίωμα, αν ασκηθεί με αγωγή και γίνει δεκτό από το δικαστήριο, να οδηγεί σε αναγνώριση ή απαγγελία έννομης συνέπειας, ασυμβίβαστης με το δεδικασμένο, δεδομένου ότι η ίδια η έννοια του δεδικασμένου αποκλείει την παραδοχή κάθε αντίθετου προς αυτό δικαιώματος, που αναιρεί ή περιορίζει την έννομη συνέπεια, η οποία αναγνωρίστηκε με την τελεσίδικη απόφαση.
Έτσι, για να καλυφθεί από το δεδικασμένο μία τέτοια ένσταση που δεν προτάθηκε, θα πρέπει η έννομη αυτής συνέπεια να είναι ασυμβίβαστη προς εκείνη που απαγγέλθηκε από την τελεσίδικη απόφαση, ήτοι το δικαίωμα, στο οποίο στηρίζεται η ένσταση, να αντιφάσκει προς το δεδικασμένο (ΑΠ 1570/2003, ΑΠ 1652/2007, ΑΠ 1214/2015).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου, μεταξύ άλλων, δέχτηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την “παράβαση νόμου”, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αρχικώς ενάγουσα … με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από 16-9-2010 αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσειουσών ανέφερε, μεταξύ άλλων, όπως δέχτηκε και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: ότι ήταν κυρία ενός διαμερίσματος, το οποίο βρίσκεται στη …., στον 2ο όροφο της επί της οδού … οικοδομής, καθώς επίσης και ενός ακόμη μικρότερου διαμερίσματος, στο οποίο κατοικούσε επί της οδού …, στην ίδια περιοχή της ….. Ότι στις 17-3-
2006, ενώ ήταν ηλικίας 86 ετών, με προβλήματα υγείας, μειωμένη όραση και δυσκινησία, μη δυνάμενη να αυτοεξυπηρετηθεί πλήρως, μαζί με την ανιψιά της, …, επισκέφτηκε το ως άνω διαμέρισμά της επί της οδού …, ώστε να διαπιστώσει ποιες εργασίες έπρεπε να γίνουν, προκειμένου να καταστεί κατάλληλο για να κατοικήσει σ` αυτό. Κατά την επίσκεψή της διαπίστωσε ότι δεν άνοιγε η πόρτα, επειδή είχε αλλαχθεί η κλειδαριά του διαμερίσματος. Στις 21-3-2006, για πρώτη φορά, δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της κοινοποίησε έκθεση βίαιης αποβολής από το ως άνω διαμέρισμά της. Απευθυνόμενη δε σε δικηγόρο, πληροφορήθηκε έκπληκτη ότι το παραπάνω διαμέρισμά της είχε κατασχεθεί αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή επιτασσόταν να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη το ποσό των 92.371,75 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων και ότι με επισπεύδουσα την ανωτέρω εναγόμενη, εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά στις 15-2-2006 και κατακυρώθηκε στο όνομα του τρίτου εναγόμενου (ήδη μη διαδίκου), ως πρώτου και τελευταίου υπερθεματιστή, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τίποτα σχετικά με τα ανωτέρω, καθόσον ουδέποτε έλαβαν χώρα οι προηγηθείσες, της ανωτέρω διαδικασίας, επιδόσεις εγγράφων προς αυτή, ούτε όφειλε στην πρώτη εναγομένη το ανωτέρω ποσό από οποιαδήποτε αιτία. Ότι, όπως αργότερα θυμήθηκε, τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, την είχε επισκεφτεί στην οικία της μία κυρία, η οποία της είπε ότι ονομάζεται “..” και ότι είναι διαχειρίστρια της οικοδομής στην οποία βρισκόταν το ανωτέρω διαμέρισμά της, επί της οδού … και της ζήτησε, εφόσον συμφωνούσε, να υπογράψει σε μία κατάσταση την οποία της υπέδειξε, προκειμένου να γίνουν εργασίες εξωραϊσμού της οικοδομής, την οποία αυτή, πράγματι, υπέγραψε. Ακολούθως πληροφορήθηκε ότι διαχειρίστρια της επί της οδού … οικοδομής, κατά το έτος 2005, ήταν η πρώτη εναγόμενη, ενώ γνωστή ως “..” ήταν η δεύτερη εναγόμενη, μητέρα της πρώτης εναγομένης. Έτσι, αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα που την είχε επισκεφτεί στην οικία της ήταν η δεύτερη εναγομένη, η οποία, έχοντας ήδη συνεννοηθεί με την πρώτη εναγομένη, υπέκλεψε με δόλο την υπογραφή της σε μία συναλλαγματική, ποσού 90.000 ευρώ, την οποία παρέδωσε στη συνέχεια στην πρώτη εναγόμενη, η οποία, εν γνώσει του τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκε η συναλλαγματική και τέθηκε επ` αυτής η υπογραφή της, τη χρησιμοποίησε για να εκδοθεί σε βάρος της η ανωτέρω διαταγή πληρωμής και ακολούθως προχώρησε μέχρι τον εκπλειστηριασμό του παραπάνω διαμερίσματός της, εμπορικής αξίας 141.750 ευρώ. Ότι, μετά από τον εκπλειστηριασμό του παραπάνω διαμερίσματός της, η πρώτη εναγομένη, μη έχοντας ικανοποιήσει εξ αυτού πλήρως τη δήθεν απαίτησή της σε βάρος της, προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση, για το ποσό των 31.951,26 ευρώ και του δεύτερου διαμερίσματός της, ήτοι αυτού στο οποίο κατοικούσε, επί της οδού …, η ίδια, δε, προκειμένου να μην αποβληθεί απ` αυτό και “μείνει στους δρόμους”, αναγκάστηκε να καταβάλει στην πρώτη εναγόμενη, για να λάβει εξάμηνη αναβολή διενέργειας του πλειστηριασμού, το ποσό των 2.125,27 ευρώ για έξοδα πλειστηριασμού και το ποσό των 7.987,81 ευρώ για το 1/4 του αιτούμενου ποσού, καθόσον, δε, η πρώτη εναγομένη, την επόμενη ημέρα, προέβη στην έκδοση δεύτερου προγράμματος πλειστηριασμού, αναγκάστηκε να της καταβάλει και το υπόλοιπο ποσό των 30.917,43 ευρώ και να εξοφλήσει τη δήθεν απαίτησή της, ήτοι κατέβαλε στην πρώτη εναγόμενη το συνολικό ποσό των 41.031,51 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη θετική ζημία την οποία υπέστη εξαιτίας της από κοινού αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων. Ότι, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων, έχει υποστεί ηθική βλάβη, καθόσον ενεπλάκη σε δικαστικούς αγώνες και βίωσε έντονη ταραχή και θλίψη. Ενόψει όλων αυτών ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αγωγικό κονδύλιό της για ηθική βλάβη από το ποσό των 500.000 ευρώ στο ποσό των 50.000 ευρώ, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες σε ολόκληρο η καθεμία, να της καταβάλουν το τελευταίο αυτό ποσό (των 50.000 ευρώ) για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, παραιτούμενη ακόμη, επίσης παραδεκτά, από το αρχικώς αιτούμενο απ` όλους τους εναγομένους ποσό των 141.750 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία της από τον εκπλειστηριασμό του πρώτου διαμερίσματός της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες, σε ολόκληρο η κάθε μία, να της καταβάλουν και το ποσό των 41.031,51 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία της από την κατάσχεση του δευτέρου διαμερίσματος της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Το Πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με τη 17856/2013 απόφασή του, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 919, 926, 345, 346 ΑΚ και 386 ΠΚ, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη και κατ` ουσία, μετά δε την άσκηση της από 31-10-2013 έφεσης των ήδη αναιρεσειουσών, εκδόθηκε επί αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη του όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), δέχτηκε πλην άλλων και τα εξής: “Η αρχικώς ενάγουσα, … του .. ήταν κυρία ενός διαμερίσματος του 2ου ορόφου οικοδομής, που βρίσκεται στη …., επί της οδού …, εμβαδού 81 τ.μ., το οποίο είχε αποκτήσει από αγορά και το οποίο δεν χρησιμοποιούσε ως κατοικία της, αλλά ούτε ήταν μισθωμένο, τουλάχιστον από το έτος 2003 και εφεξής, καθόσον η ίδια κατοικούσε μόνη της σε άλλο διαμέρισμα, το οποίο ανήκε, επίσης, στην πλήρη κυριότητά της, ευρισκόμενο στην ίδια περιοχή, επί της οδού …, στη …. Κατά το έτος 2006, η … ήταν ηλικίας 86 ετών, χωρίς στενούς συγγενείς, με προβλήματα υγείας, μειωμένη όραση, λόγω ύπαρξης ωχράς κηλίδας και με δυσκολίες στην κίνηση, για τους λόγους, δε, αυτούς, προκειμένου να αντιμετωπίζει τις καθημερινές ανάγκες της, ζητούσε και δεχόταν τη βοήθεια της κατοικούσας στην ίδια οικοδομή .., της ανιψιάς της … και, μετά το έτος 2005 και μίας άλλης ενοίκου της οικοδομής, αλβανικής καταγωγής, με το όνομα … Η πρώτη εναγομένη κατοικούσε και εξακολουθεί να κατοικεί στην οδό … στην ίδια περιοχή της …, διατηρεί, δε, επί σειρά ετών γραφείο έκδοσης και διαχείρισης κοινοχρήστων, το οποίο βρίσκεται απέναντι από το διαμέρισμα της οδού …, στο οποίο κατοικούσε η …, με ευρύ πελατολόγιο από τη γύρωθεν αυτού περιοχή, η ίδια, δε, μέχρι το έτος 2002 και εκ νέου από το έτος 2005 και εφεξής, είχε τη διαχείριση και είσπραξη των κοινοχρήστων και της επί της οδού ….. οικοδομής, στην οποία βρισκόταν το “κλειστό” διαμέρισμα της παραπάνω αρχικώς ενάγουσας. Μετά από αίτηση της πρώτης εναγόμενης, εκδόθηκε η με αριθμ. ……./2-11-2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η … υποχρεώθηκε να καταβάλει σ` αυτήν (πρώτη εναγόμενη) το ποσό των 90.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, λόγω μη πληρωμής απ` αυτή, κατά τη λήξη της, μίας ισόποσης συναλλαγματικής, εκδόσεως της πρώτης εναγόμενης στις 19-9-2005, με ημερομηνία λήξης την 12-10-2005, της οποίας η παραπάνω ενάγουσα φερόταν ως αποδέκτρια. Η ως άνω εναγομένη, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της ανωτέρω υπόχρεης απ` αυτή, αρχικώς ενάγουσας, στα πλαίσια της οποίας, με εντολή της, συντάχθηκε η με αριθμ. ……/12-12-2005 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης …, δυνάμει της οποίας κατασχέθηκε αναγκαστικά το επί της οδού ..αριθμό . διαμέρισμα της καθ` ης η αναγκαστική εκτέλεση, .. .. Στη συνέχεια αυτό εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της Συμβολαιογράφου …, συνταχθείσας της με αριθμ. …../15-2-2006 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώθηκε στο όνομα του τρίτου εναγομένου (ήδη μη διαδίκου), ως μοναδικού πλειοδότη και υπερθεματιστή αυτού, αντί του ποσού των 70.010 ευρώ, το οποίο αυτός κατέβαλε, συνταχθείσας από την υπάλληλο του πλειστηριασμού της με αριθμ…../23-2-2006 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο . και αριθμό…
Ακολούθως, με την με αριθμ. …../14-3-2006 έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του ιδίου Δικαστικού Επιμελητή αποβλήθηκε η καθ` ης ο πλειστηριασμός (αρχικώς ενάγουσα) από το ανωτέρω ακίνητο και εγκαταστάθηκε σ` αυτό ο ως άνω υπερθεματιστής, στην ως άνω έκθεση καταγράφονται, ακόμη, τα έπιπλα και η οικοσκευή που βρέθηκαν εντός του διαμερίσματος των οποίων μεσεγγυούχος διορίστηκε ο παραπάνω υπερθεματιστής. Εν συνεχεία, με επισπεύδουσα την πρώτη εναγομένη, δυνάμει της με αριθμό …./15-6-2006 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του ιδίου Δικαστικού Επιμελητή, κατασχέθηκε αναγκαστικά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επί της οδού … διαμερίσματος της αρχικώς ενάγουσας, στο οποίο αυτή κατοικούσε, προς ικανοποίηση και με εκτελεστό τίτλο του υπολοίπου της εκ της ίδιας διαταγής πληρωμής απαίτησης της πρώτης εναγόμενης σε βάρος της, ύψους 23.963,45 ευρώ, ήτοι της μη ικανοποιηθείσας από τον εκπλειστηριασμό του ως άνω πρώτου κατασχεθέντος διαμερίσματος, πλέον 45 ευρώ για έξοδα εκτέλεσης, με εκτιμηθείσα αξία του κατασχεθέντος 21.000 ευρώ, ως τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 14.000 ευρώ και ορισθείσα ημερομηνία αναγκαστικού πλειστηριασμού την 20-9-2006. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2005, επισκέφτηκε την αρχικώς ενάγουσα, …, στο διαμέρισμά της στην οδό …, μία άγνωστη σ` αυτή γυναίκα, η οποία της συστήθηκε ως “..” και ισχυριζόμενη ότι είναι διαχειρίστρια της επί της οδού … οικοδομής, στην οποία, όπως προαναφέρθηκε, η παραπάνω διατηρούσε διαμέρισμα, της ανέφερε ότι έπρεπε να γίνουν κάποιες εργασίες εξωραϊσμού της οικοδομής και της ζήτησε, προκειμένου αυτό να καταστεί εφικτό, εφόσον συμφωνούσε, να υπογράψει σε κάποιο σχετικό έγγραφο, το οποίο της παρουσίασε ως κατάσταση με τους αναγραφόμενους ως συναινούντες προς τούτο ιδιοκτήτες. Πράγματι, η …, έχοντας την ηλικία και τα προβλήματα όρασης που ανωτέρω αναφέρθηκαν, υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο του, πιστεύοντας ότι υπογράφει στην ανωτέρω κατάσταση. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι η …, κατά τον ως άνω χρόνο, είχε ήδη αποφασίσει να μετακομίσει στο διαμέρισμά της επί της οδού …, καθόσον αυτό ήταν μεγαλύτερο απ` αυτό, της οδού …, στο οποίο ήδη κατοικούσε,καθότι είχε πρόθεση να προσλάβει κάποιο άτομο για να διαμένει μόνιμα μαζί της και να της παρέχει τη φροντίδα του. Για το σκοπό αυτό είχε ήδη μεταφέρει κάποια από τα έπιπλα και από την οικοσκευή της στο παραπάνω διαμέρισμα, στο οποίο είχε αποφασίσει, προηγουμένως, να πραγματοποιήσει κάποιες εργασίες, ώστε να καταστεί απολύτως κατάλληλο για την εγκατάστασή της σ` αυτό. Για το λόγο αυτό, τον Φεβρουάριο του έτους 2006, μετέβη μαζί με τη μακρινή συγγενή της … στο παραπάνω διαμέρισμα, πλην όμως, δεν μπόρεσε να εισέλθει σ` αυτό, γιατί είχε ήδη αλλαχθεί η κλειδαριά, από κάποιο δε ένοικο της οικοδομής πληροφορήθηκε ότι το διαμέρισμα είχε εκπλειστηριαστεί και ανήκε σε άλλον,ενώ, στη συνέχεια, στις 21-3-2006 κοινοποιήθηκε σ` αυτή η ανωτέρω αναφερόμενη έκθεση βίαιης αποβολής της από το ακίνητο και εγκατάστασης σ` αυτό του τρίτου εναγόμενου. Μετά ταύτα, η αρχικώς ενάγουσα ανέθεσε σε δικηγόρο τη διερεύνηση της υπόθεσης και πληροφορήθηκε όλα όσα είχαν προηγηθεί, ήτοι την ύπαρξη της επίδικης συναλλαγματικής, την έκδοση, βάσει αυτής, της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και την αναγκαστική κατάσχεση, πλειστηριασμό και κατακύρωση του διαμερίσματος της στον τρίτο εναγόμενο, οπότε συνέδεσε την επίσκεψη της γυναίκας με το όνομα ‘’..’’ στο διαμέρισμά της και την υπογραφή που της ζητήθηκε απ` αυτή να θέσει επί κάποιου εγγράφου, με την υπογραφή επί της επίδικης συναλλαγματικής, από έρευνά της, δε, στην επί της οδού … οικοδομή, πληροφορήθηκε ότι διαχειρίστρια των κοινοχρήστων αυτής ήταν η πρώτη εναγομένη, καθώς και ότι η μητέρα αυτής και δεύτερη εναγομένη ήταν η μόνη γυναίκα η οποία ήταν γνωστή στην περιοχή με το όνομα “..”. Ακολούθως, η … προέβη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της στις κατάλληλες νομικές ενέργειες, ήτοι άσκησε, κατά της εκδοθείσας σε βάρος της με αριθμό …./2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτ/κείου Θεσσαλονίκης, την με αριθμ. καταθ. ../2006 ανακοπή της, κατά τη διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ., με την οποία ζητούσε την ακύρωση αυτής, για το λόγο ότι ο τίτλος (επίδικη συναλλαγματική) βάσει του οποίου εκδόθηκε είναι πλαστός, είτε διότι η υπογραφή της δεν τέθηκε απ` αυτή στη θέση της αποδέκτριας, αλλά από την ….. (πρώτη εναγομένη) είτε διότι “υποκλάπηκε” απ` αυτή, χωρίς να έχει βούληση υπογραφής της και ανάληψης των εξ αυτής υποχρεώσεών της και δεν υπάρχει, στην πραγματικότητα, καμία απαίτηση της εκδότριας της ως άνω συναλλαγματικής, … σε βάρος της, ισχυριζόμενη, ταυτόχρονα, ότι το πρώτον έλαβε γνώση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής στις 23-3-2006, καθόσον δεν είχε λάβει χώρα μέχρι τότε καμία πραγματική επίδοσή της σ` αυτή, λόγω δόλιας συμπαιγνίας μεταξύ της επισπεύδουσας, του δικαστικού επιμελητή και του ταχυδρομικού υπαλλήλου. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η με αριθμ. 18391/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία), η οποία την απέρριψε ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ήτοι ως ασκηθείσα μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ δεκαήμερης προθεσμίας. Κατά της ανωτέρω απόφασης, η ανακόπτουσα, …, άσκησε τη με αριθμ. κατάθ. …./2006 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 863/2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία, χωρίς να ερευνήσει την ουσία της υπόθεσης, ήτοι την ύπαρξη ή μη υποχρέωσης της αποδέκτριάς της απ` αυτή, απέρριψε κατ` ουσία την έφεση, δεχόμενη ότι, πράγματι, η ως άνω ανακοπή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι μετά την παρέλευση των -προβλεπομένων προθεσμιών από την πρώτη και δεύτερη επίδοση αντιγράφου αυτής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ, επιδόσεις για τις οποίες έκρινε ότι είναι έγκυρες, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την ανακόπτουσα – εκκαλούσα …. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, η με αριθμ. …./2005 διαταγή πληρωμής απέκτησε, καταρχήν, ισχύ δεδικασμένου, πλην όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εκδοθείσας ως άνω τελεσίδικης απόφασης, … το δεδικασμένο αυτό δεν καλύπτει την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για την οποία η πρώτη εναγόμενη επέσπευσε την επίδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας, ούτε τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη συναλλαγματική, καθόσον το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα των ανωτέρω, αλλά, αφού έκρινε μόνο περί του νομότυπου των δύο επιδόσεων με θυροκόλληση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής στην ανακόπτουσα και καθ` ης η διαταγή πληρωμής και η εκτέλεση, …, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 10-11-2005 και 2-12-2005, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, χωρίς να κρίνει τους λόγους αυτής, οι οποίοι αφορούσαν την ουσία της διαφοράς.
Συνεπώς, το παραγόμενο από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, το οποίο αφορά μόνο το κύρος των ανωτέρω επιδόσεων, το οποίο, πράγματι, δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, που δεν δύναται να κρίνει αντίθετα επ` αυτού, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο να ερευνήσει την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον δεν παράγεται από την ανωτέρω απόφαση ουσιαστικό δεδικασμένο το οποίο να εμποδίζει την άσκηση της υπό κρίση αξιώσεως για αποζημίωση λόγω της ζημίας που προκλήθηκε από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης συνεπεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγομένων (ήτοι της από κοινού εξαπάτησης της … και υφαρπαγής της υπογραφής της). Η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, ενώ με την ως άνω, με αριθ. 863/2007, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου απορρίπτεται ο ενώπιον αυτού προβληθείς ισχυρισμός της ανακόπτουσας – εκκαλούσας, ότι η καθ`ης η ανακοπή – εφεσίβλητη, ενήργησε δολίως και σε συμπαιγνία μ` άλλα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται στην υπόθεση αυτή, ώστε να μη λάβει γνώση η εκκαλούσα, …, των κοινοποιούμενων με θυροκόλληση εγγράφων, ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, διότι συνιστά νέο λόγο ανακοπής, περιέχεται σ` αυτή και επάλληλη σκέψη ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκε κάτι τέτοιο, διότι η σκέψη αυτή δεν αναιρεί την απόρριψη της ανακοπής για τυπικό λόγο, ήτοι ως απαράδεκτης λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, όπως ρητά αναγράφεται στο τέλος του σκεπτικού της ως άνω απόφασης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την στηριζόμενη στα άρθρα 321, 322 παρ.1, 324, 325 αριθ.1 και 2 ΚΠολ.Δ. ένσταση των εναγομένων, περί δεδικασμένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες – εναγόμενες με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο επαναφέρουν την ως άνω ένστασή τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα…”.
Δεχόμενο όμως το Εφετείο, κατά τις ως άνω παραδοχές του 1) ότι μετά την έκδοση της 863/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ανακοπτόμενη 34199/2005 Διαταγή Πληρωμής απέκτησε, κατ` αρχήν, ισχύ δεδικασμένου, πλην όμως το δεδικασμένο αυτό δεν καλύπτει την ύπαρξη ή μη της απαίτησης, για την οποία η πρώτη εναγομένη επέσπευσε την επίδικη αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της αρχικώς ενάγουσας, ούτε τον τρόπο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη συναλλαγματική, καθόσον το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έρευνα των ανωτέρω, αλλά αφού έκρινε μόνο περί του νομότυπου των δύο επιδόσεων με θυροκόλληση της προαναφερόμενης Διαταγής Πληρωμής στην ανακόπτουσα, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 10-11-2005 και 2-12-2005, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, ήτοι μετά την πάροδο των προβλεπόμενων προθεσμιών από την πρώτη και δεύτερη επίδοση αντιγράφου της προσβαλλομένης με αυτή διαταγής πληρωμής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να κρίνει τους λόγους της, οι οποίοι αφορούσαν την ουσία της διαφοράς και 2) ότι το παραγόμενο από την ανωτέρω απόφαση δεδικασμένο, που αφορά μόνο το κύρος των επιδόσεων, δεν δεσμεύει αυτό (Εφετείο) να ερευνήσει την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον δεν παράγεται από την ανωτέρω απόφαση ουσιαστικό δεδικασμένο, που να εμποδίζει την άσκηση της υπό κρίση αξιώσεως για αποζημίωση λόγω της ζημίας που προκλήθηκε από την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης συνεπεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο εναγομένων (ήδη αναιρεσειουσών) σε βάρος της αποβιώσασας αρχικώς ενάγουσας …, παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις, που έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες, κατ` εκτίμηση των διαλαμβανομένων στο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της υπό κρίση αίτησής τους. Τούτο δε διότι, αν μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 632 παρ. 1 ΚΠολΔ, γίνει δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής και δεν ασκηθεί ανακοπή μέσα σε δέκα ημέρες από αυτή (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθώς και αν η μετά τη δεύτερη επίδοση ασκηθείσα ανακοπή απορριφθεί τελεσιδίκως ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), όπως στην προκείμενη περίπτωση, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου, το οποίο καλύπτει και την ύπαρξη της βεβαιούμενης με αυτή απαίτησης, ώστε να μην είναι πλέον επιτρεπτή η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της με την προβολή από τον οφειλέτη, σε μεταγενέστερη δίκη, ισχυρισμών, ενστάσεων ή δικαιωμάτων που αναιρούν, ανατρέπουν ή περιορίζουν το δεδικασμένο αυτό, δυνάμενο να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (άρθρο 633 παρ. 2 εδ.γ ΚΠολΔ), ενώ διάσταση του δεδικασμένου που τυχόν αποκτήθηκε με δόλο, δεν επιτρέπεται ούτε έμμεσα με την άσκηση από το διάδικο που νικήθηκε αγωγής αποζημίωσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ κατά του νικήσαντα, παρά μόνο στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιτρέπεται αναψηλάφηση (άρθρο 333 ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από αυτές με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.ΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ` αριθμ. 29/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Θεσ/νίκης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρ: 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθμ. 2184/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
