Το χρονικό της παρακμής
Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄90, αθόρυβα και απαλά, όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των συναλλαγών ξεκίνησε να μεταβιβάζεται σταδιακά στις τράπεζες. Η πιστωτική κάρτα διοχετεύτηκε μαζικά στην κοινωνία και εισχώρησε σε κάθε πορτοφόλι. Μαζί με τα καταναλωτικά δάνεια εκτόπισαν την άμεση οικονομική συναλλαγή, το γραμμάτιο, τη συναλλαγματική. Στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της δεύτερης χιλιετίας, αυτές οι εξελίξεις είχαν τις πρώτες συνέπειες: ο κύριος όγκος των οφειλών της αγοράς ήταν στα χέρια των τραπεζικών ιδρυμάτων. Οπότε η είσπραξη αυτών των οφειλών ήταν ένα θέμα που έπρεπε να διαχειριστούν οι ίδιες.
Στις αρχές κινήθηκαν μέσω των πατροπαράδοτων θεσμών, του δικηγόρου και του δικαστικού επιμελητή, με την μορφή που είχαν τότε, δηλαδή των μικρών, αυτόνομων γραφείων.
Οι τράπεζες όμως, διαπίστωσαν ότι αυτό το μοντέλο είχε προβλήματα ταχύτητας και αποτελεσματικότητας. Επίσης, ήταν δύσκολο να ελεγχθεί η όλη διαδικασία και, πέραν του δυσανάλογου κόστους, απασχολούσε πολύ προσωπικό της τράπεζας. Έτσι, οι τράπεζες οδηγήθηκαν στην «αποκέντρωση» των εργασιών. Αφενός, δημιούργησαν αυτόνομα, εξειδικευμένα τμήματα, που ασχολήθηκαν αποκλειστικά με τη διαχείριση και τον έλεγχο της είσπραξης.
Αφετέρου, προσανατολίστηκαν στη συνεργασία με λίγα γραφεία δικηγόρων και δικαστικών επιμελητών, που τα οδήγησαν να «κτισθούν» σύμφωνα με τις ανάγκες τους και επί της ουσίας ως συνεργαζόμενα περιφερειακά τους παραρτήματα. Δηλαδή, αυτά να γίνουν «πολυδύναμα» και να αναπτυχθούν, όσον αφορά στην οργάνωση και τις υλικοτεχνικές υποδομές τους, έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν και στον όγκο της δουλειάς, αλλά και στην ανάληψη εργασιών που πριν έκαναν οι τράπεζες, όπως η επικοινωνία με γραφεία πέραν των μεγάλων αστικών κέντρων.
Μέχρι εδώ όλα καλά και φυσιολογικά. Φαινομενικά τουλάχιστον. Οι επαγγελματίες, δικηγόροι και δικαστικοί επιμελητές, προσπάθησαν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες και συνθήκες της οικονομίας και της αγοράς. Αυτή όμως ήταν η περίοδος που φύτρωσε ο σπόρος του κακού που θερίζουμε σήμερα. Αυτή ήταν η κρίσιμη περίοδος, κατά την οποία όλοι και όλες μας, αλλά και τα θεσμικά όργανα του κλάδου, έπρεπε να αντιληφθούμε τι γεννιέται και ποιες δράσεις και ενέργειες να αναληφθούν.
Στις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Οι νομικές υπηρεσίες έγιναν πολύ ακριβές, ειδικά με την επιβολή επ’αυτών Φ.Π.Α. και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση είχαμε ως αποτέλεσμα να μειώνεται συνεχώς η συνήθης «καθημερινή» ύλη από τα μικρομεσαία, αλλά ενίοτε και από τα μεγάλα, δικηγορικά γραφεία. Πλέον δε, σχεδόν όλες οι οικονομικές συναλλαγές διεκπεραιώνονταν μέσω του τραπεζικού συστήματος, από την αγορά μίας καφετιέρας ή ενός αυτοκινήτου έως και την αγορά διακοπών και κατοικίας. Το πλαστικό χρήμα και το καταναλωτικό δάνειο κυριάρχησαν παντού.
Οι τράπεζες έγιναν σχεδόν οι αποκλειστικοί «δανειστές». Την εποχή της «φούσκας» ακολούθησε η εποχή της κρίσης. Ο όγκος των οφειλών που δημιουργήθηκε ήταν τεράστιος. Και τον είχαν όλο οι τράπεζες. Τα γραφεία των δικηγόρων και των δικαστικών επιμελητών που συνεργάζονταν μαζί τους από παλιά, διαχειρίζονταν προνομιακά την είσπραξη αυτών των οφειλών. Πλέον είχαν μεγαλώσει και είχαν αποκτήσει εμπειρία, τεχνογνωσία και διασυνδέσεις.
Επιπλέον, βασιζόμενα στο ότι επετράπη νομικά η σύσταση αστικών εταιρειών, ξεκίνησαν να δικτυώνονται όλο και περισσότερο, όλο και βαθύτερα. Άρχισαν να χρησιμοποιούν και αθέμιτα μέσα όπως πολιτικές γνωριμίες, τη δωροδοκία στελεχών, τις μίζες σε μεσάζοντες. Παράλληλα, «στελέχωναν» τις εταιρείες τους με την πρόσληψη συναδέλφων, ουσιαστικά ως συνεργάτες/υπαλλήλους (οι αποκαλούμενοι πλέον, σκλάβοι της γαλέρας).
Στόχος τους να πάρουν όλη τη δουλειά και να γίνουν κυρίαρχοι της αγοράς. Οι περισσότεροι μεμονωμένοι επαγγελματίες (ειδικά οι νεοεισερχόμενοι) ή τα μικρά γραφεία των δύο, τριών συναδέλφων δεν είχαν καμία τύχη. Δεν ήταν μέρος του «κυκλώματος», δεν είχαν γνωριμίες άρα προσβάσεις, δεν είχαν υποδομές αφού δεν είχαν χρήμα να στήσουν τις υποδομές, ούτε για να πληρώσουν υπαλλήλους ή για να δώσουν μίζα. Είχαν μόνο τρεις επιλογές: ή να πεινάσουν ή να παραιτηθούν ή να υπαλληλοποιηθούν στα μεγάλα γραφεία. Κακά τα ψέματα, η τρίτη λύση ήταν η πιο ρεαλιστική.
Οπότε φτάσαμε σήμερα, το 80% της επαγγελματικής ύλης και του κύκλου των εργασιών να διαχειρίζεται από το 20% των γραφείων. Φτάσαμε τα περισσότερα γραφεία να κάνουν 50-100 επιδόσεις το μήνα και τα λίγα χιλιάδες! Φτάσαμε να νομίζουμε, για κάποιους/ες συναδέλφους, ότι το βιβλίο των εκτελέσεών τους είναι αυτό των επιδόσεων! Οι ανισότητες στην επαγγελματική ύλη και οι στρεβλώσεις στην αγορά είναι πλέον χαοτικές, σε τέτοιο βαθμό που τα περισσότερα γραφεία παλεύουν για μία αξιοπρεπή διαβίωση, ενώ τέσσερα, πέντε μεγαλογραφεία κάνουν τζίρους εκατομμυρίων ευρώ, κυριολεκτικά!
Η μαύρη και πικρή αλήθεια είναι ότι πλέον είναι σχεδόν αδύνατο να αλλάξει αυτή κατάσταση. Διότι κινούμαστε σε μία ελεύθερη αγορά, όπου δεν μπορεί να επιβληθεί από κανένα ποιος θα συνεργάζεται με ποιον.
Η μόνη λύση θα ήταν μία δομική θεσμική αλλαγή του λειτουργήματος. Δηλαδή, ή να επιδιώκαμε να γίνουμε έμμισθοι δημόσιοι λειτουργοί/υπάλληλοι ή όλη η ύλη να συγκεντρωνόταν στους συλλόγους, οι οποίοι στη συνέχεια να τη διένειμαν ισομερώς σε κάθε γραφείο. Κάτι παρόμοιο έχουν κάνει οι συνάδελφοι της Πορτογαλίας πριν χρόνια. Φυσικά, όλοι και όλες αντιλαμβανόμαστε και κατανοούμε όχι μόνο τα πολλά και τεράστια νομικά, διοικητικά, θεσμικά και τεχνικά προβλήματα που θα έπρεπε να επιλυθούν, αλλά και τη μεγάλη χρονική κλίμακα που θα απαιτούσε η ολοκλήρωση τέτοιων κολοσσιαίων ριζικών μεταρρυθμίσεων. Εννοείται ότι κάθε μία από τις προηγούμενες επιλογές προϋποθέτει τη μαζική βούληση των συναδέλφων.
Έτσι η μόνη εφικτή και εφαρμόσιμη όχι λύση, αλλά επούλωση του τραύματος είναι το σύστημα της αναδιανεμητικής φορολογίας.
Αυτό που όλες οι κοινωνίες συνέλαβαν, πριν από εκατό χρόνια, ως τη μοναδική θεραπεία των οικονομικών ανισοτήτων. Αυτό ακριβώς είναι το άρθρο 51 που ψηφίστηκε πρόπερσι στη συνέλευση του συλλόγου της Αθήνας και που ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί από ένα πλέγμα αιτιών: από την ολιγωρία των διοικούντων, από κακή προετοιμασία στο σύστημα της εφαρμογής του και στον επακόλουθο δισταγμό του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τα προσκόμματα που θέτουν τα μεγάλα γραφεία μέσα από τις πολιτικές τους διασυνδέσεις.
Φυσικά το εν λόγω άρθρο πρέπει να εφαρμοστεί με «σοβαρά» ποσοστά παρακράτησης (ειδικά στη εκτέλεση) ειδάλλως θα είναι μία κοροϊδία. Διότι ο σκοπός των αναδιανεμητικών λογαριασμών είναι όχι να μειώνουν λίγο τις αδικίες και τις ανισότητες, αλλά να βοηθούν ουσιωδώς τους ασθενέστερους και να βελτιώνουν την ανασφάλεια από την μειονεκτική επαγγελματική τους θέση, χωρίς φυσικά να χάνεται το κίνητρο για εργασία (για αυτό και δεν πρέπει τα ποσοστά παρακράτησης να είναι πολύ υψηλά). Επίσης, το μοντέλο αναδιανομής πρέπει να εφαρμόζεται για όλους, ανεξαρτήτως τζίρου, ώστε να τηρείται η αρχή της αναλογικής δικαιοσύνης.
Έχει διαπιστωθεί ότι τα μεγάλα γραφεία δεν ικανοποιούνται με την ογκώδη επαγγελματική ύλη που διαχειρίζονται και με τα τεράστια κέρδη που αυτή τους αποφέρει. Στοχεύουν και άλλες πηγές, πέραν των τραπεζών, όπως εταιρείες κινητής τηλεφωνίας και ενέργειας, αλλά και οργανισμούς του Δημοσίου (που λειτουργούν βάσει της διαδικασίας Κ.Ε.Δ.Ε.) ή μικρότερες πηγές, όπως δικηγορικά γραφεία.
Η πλεονεξία και η απληστία τους είναι ατελείωτη. Αυτό δε, θα αυξηθεί και θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια, όταν θα διεκπεραιωθούν οι οφειλές από τα «κόκκινα» δάνεια. Τότε θα ξεκινήσει η πραγματική σφαγή και εξολόθρευση. Γιατί τότε όχι μόνο θα ξεχυθούν να μαζέψουν κάθε μικρή ή μεγάλη δουλειά της αγοράς, αλλά θα απολυθούν και οι περισσότεροι έμμισθοι συνεργάτες τους και θα βγουν στην «μάχιμη» αγορά προς άγραν ύλης, επιδίδοντας στο Λαύριο για 10 ευρώ. Άλλωστε συνηθισμένοι θα είναι, αφού και τώρα για τόσα εργάζονται.
Στο σημείο αυτό ας αναφερθεί ότι τα θεσμικά όργανα, όχι μόνο δεν αντιλήφθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, όταν έπρεπε τους μελλοντικούς κινδύνους που ενείχε αυτή η δυναμική εξέλιξη, όχι μόνο κώφευαν στους ήχους των γεγονότων και των φωνών κάποιων συναδέλφων, αλλά «έπαιζαν» συνδικαλιστικά παιχνίδια εξουσίας, εξαργυρώνοντας την αδιαφορία και την απραξία με συμμετοχή στις «δουλειές», με οικονομικά ανταλλάγματα καθώς και με το μοίρασμα επαγγελματικής ύλης με ανταμοιβή ψήφων.
Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν το έκαναν όλοι/όλες, αλλά η πλειονότητα το έκανε και το κάνει ακόμη. Και αν κάποιοι/ες εξ αυτών διαφωνούν με αυτή τη διαπίστωση, ας μας αποδείξουν τα μέλη των μεγάλων συλλόγων της χώρας και της ομοσπονδίας ποιες είναι οι πηγές δουλειάς τους.
Παράλληλα, τα θεσμικά όργανα στελεχώνονταν αν όχι με μετριότητες, με άτομα κατώτερα των περιστάσεων, με άτομα κενόδοξα και ματαιόδοξα, με άτομα γραφικά που αναζητούσαν κάποια ασχολία και κάποιο μεροκάματο ή κάποια έμμισθη θέση και κανένα δωρεάν ταξιδάκι εντός και εκτός της χώρας. Και για του λόγου το αληθές, δείτε πόσα άτομα και ποια έχουν περάσει ή και «πιάσει μόνιμο στασίδι», ειδικά στις έμμισθες θέσεις των θεσμικών οργάνων, και τι ακριβώς έχουν προσφέρει, δεκαετίες τώρα.
Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα δε, όχι μόνο δεν είχαν τις ικανότητες και τη βούληση να εργαστούν και να παράγουν έργο, αλλά ήθελαν να εκμεταλλευτούν τη θέση τους, να κοροϊδέψουν, ακόμη και να τσεπώσουν με την πρώτη ευκαιρία. Και από ότι φαίνεται από τα θηριώδη ελλείματα του συλλόγου της Αθήνας, το κατάφεραν. Απραξία, διαπλοκή και διαφθορά, το τρίπτυχο των θεσμικών οργάνων μας. Ας προσθέσουμε για κάποιους/ες και την ξεφτίλα.
Κατά τα λοιπά, οι δύο «μεγάλες» παρατάξεις και οι εκπρόσωποί τους, εδώ και τριάντα και πλέον χρόνια, «σώζουν» ανελλιπώς και αδιαλείπτως τον κλάδο (παιδιά όχι άλλο τέτοιο σώσιμο, φτάνει, μπουχτίσαμε!).
Οι περισσότερες δε, «μικρές» παρατάξεις αντί να συνεννοηθούν πάνω σε βασικούς άξονες στρατηγικής, πολιτικών και δράσεων, είτε είναι στον ιδεολογικό κόσμο τους, είτε εξυπηρετούν τα συμφέροντα των αρχηγίσκων τους, είτε ομφαλοσκοπούν και ερίζουν μεταξύ τους, προβάλλοντας εγωισμούς, εμμονές και μικρότητες.
Έτσι, εξαιτίας αυτού του μπάχαλου ούτε αύξηση στις αμοιβές δεν μπορούμε να έχουμε, αφού οι αρμόδιοι δεν έχουν ούτε την ικανότητα, ούτε τη βούληση, ούτε τα όπλα να αντιπαρατεθούν με την Ένωση Ελληνικών Τραπεζών.
Βέβαια είναι και το άλλο: γιατί να καίγεται κάποιος, που έχει πάρα πολλή δουλειά, για την αύξηση των αμοιβών; Παρόλα αυτά, οι αμοιβές και τα έξοδα, ειδικά της Ομοσπονδίας, καλύπτονται μια χαρά. Η εκτελεστική γραμματεία της Ομοσπονδίας μαζί με τον Πρόεδρο κοστίζει περίπου 5000 ευρώ το μήνα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται στο ποσό αυτό τα έξοδα μετάβασης, διαμονής και ταξιδιών (κάποιοι ταξιδεύουν μόνο μόνο A class και ποτέ με low cost εταιρείες). Αλήθεια, τι έχουν προσφέρει στην αναβάθμιση και στην βελτίωση του εν Ελλάδι επαγγέλματος όλα αυτά τα ταξίδια «στα Παρίσια και στις Βραζιλίες»;
Επίσης, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ότι κάποια από τα «μεγάλα» γραφεία εδώ και χρόνια επιθυμούν να έχουν συνδικαλιστική εκπροσώπηση εντός του κλάδου άρα και πολιτική εξουσία. Αποκορύφωμα στις επικείμενες φετινές εκλογές η, φανερή ή κρυφή, στήριξη από αυτά παρατάξεων, τις οποίες θέλουν να χρησιμοποιήσουν ως θεσμικά οχήματα, αφενός για την προάσπιση των συμφερόντων τους και αφετέρου για να ξεφύγουν από επικείμενους πειθαρχικούς κινδύνους.
Επιπροσθέτως, ήδη ακούγονται οι υπόγειες συμφωνίες, τα ταξίματα, οι διορισμοί στα αξιώματα και το μοίρασμα των θέσεων. Αλλά και τα βογγητά από τα πισώπλατα μαχαιρώματα.
Βρισκόμαστε σε μία εποχή πολύ δύσκολη και ιδιαίτερα κρίσιμη. Εκτιμάται ότι μέχρι το 2030 θα ολοκληρωθεί η ψηφιοποίηση του συστήματος όλων των δικαστικών κλάδων και η ηλεκτρονικότητα θα κυριαρχήσει σε κάθε πτυχή της νομικής διαδικασίας. Εμείς ποιο ρόλο θα έχουμε μέσα στην υπερσύγχρονη νομική διαδικασία; Θα έχουμε ρόλο;
Γιατί για να έχουμε ρόλο θα πρέπει να αναφερόμαστε στο σενάριο, δηλαδή να είμαστε αναγκαίοι. Θα είμαστε; Και αν ναι, με ποια μορφή και σε ποιο πλαίσιο; Μέχρι το 2030 επίσης, το αργότερο, θα αυξηθούν τα συνταξιοδοτικά όρια κατά σχεδόν δύο έτη.
Επιπλέον, κάποιοι «μεγαλοϊδιοκτήτες» του επαγγέλματος μαγειρεύουν και προωθούν να διεκδικήσουμε το νόμιμο δικαίωμα ώστε να μπορούμε να είμαστε στην ενεργό υπηρεσία μέχρι τα 70 έτη ή και περισσότερο. Θα είναι εύκολο και ξεκούραστο για όσους θα «υπηρετούν» από την άνεση της πολυθρόνας του πολυτελούς γραφείου τους, με την γραμματέα τους να τους φέρνει το τσάι.
Επίσης, οι ίδιοι «μεγαλοϊδιοκτήτες» μαγειρεύουν το εφετειακό άνοιγμα της αρμοδιότητας, γιατί δεν μπορούν, λένε, να «ελέγξουν» όσο και όπως θα ήθελαν τους συναδέλφους των περιφερειακών Εφετείων. Τέλος, τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας της μείωσης των ενεργών συναδέλφων, το κόστος της ταυτότητάς μας θα αυξηθεί σημαντικά, ίσως διπλασιασθεί. Παράλληλα, ακούγεται ότι το τακτικό ετήσιο κόστος της διατήρησης της ηλεκτρονικής υπογραφής θα αγγίζει τα 200 ευρώ.
Όσοι συνάδελφοι και όσες συναδέλφισσες είναι σήμερα περίπου 50 ετών και κάτω, έχουν δηλαδή από 20 έως 40 χρόνια εργασιακού βίου μπροστά τους, ας στοχαστούν καλά τα ανωτέρω δεδομένα.
Ιωάννης Β. Γιαννής

